Ποταμός το δάκρυ μέσα μας

|

Για τα Κυριακάτικα πρωινά που καβαλάγαμε τα καλάμια και τα δολώματα να πιάσουμε κυπρίνους παρακαλώντας να τσιμπήσουν αλλά  να μην πιαστούν  στο αγκίστρι μας, για τις βουτιές στις φυσικές πισίνες κάτω από τους καταρράκτες, για τα τρομακτικά παραμύθια με τα ξωτικά και τις νεραΐδες που θα πεταγόταν από το ποτάμι και θα μάς έπαιρναν την μιλιά. Για την πεποίθηση ότι δεν αρρωστήσαμε το χειμώνα αφού γίναμε άτρωτοι σαν τον Αχιλλέα βουτώντας κοντά στις θεϊκές πηγές. 
Για τα απογεύματα χωρίς φράγκο, με το σέικερ για φραπέ στο χέρι, να κουνάμε τα πόδια μας πάνω από το πέτρινο γεφύρι και να κάνουμε σχέδια για τα ταξίδια που θα κάναμε. Για τα νερόφιδα που κολυμπούσαν πάνω μας και το παίζαμε γενναίοι. Για τους γυρίνους που τους βάζαμε στην χούφτα μας παρατηρώντας τους να κολυμπούν στα όρια του χεριού μας. 
Για τα κομμάτια τυρί των Σαρακατσάνων που μέσα στο ποτάμι τα συντηρούσαν στα κονάκια τους και τα τρώγαμε ευλαβικά λες και ήταν το τελευταίο τυρί που θα είχαμε την τύχη να δοκιμάσουμε. Για τα κούτσουρα που μαζεύαμε όταν το ποτάμι είχε κατεβασιά και τα στήναμε στην αυλή ως έργα τέχνης. Για τις απίστευτες γλίστρες που τρώγαμε στις  πέτρες γεμάτες βρύα όταν πηγαίναμε τις βελέντζες για πλύσιμο και για την κόκκινη κουβέρτα που την πήρε το ποτάμι και την χάσαμε για πάντα. 
Για την "Ποταμιά" που χορεύαμε όταν το πανηγύρι ξεκινούσε. Για τις καμουφλαρισμένες καλύβες που φτιάχναμε κουβαλώντας νερό σε τρύπια τενεκεδάκια από γάλα Βλάχας για τον ανύπαρκτο σοβά.  Για την μισή ώρα δρόμο να φθάσουμε στις όχθες του για τα πρώτα μας τσιγάρα. 
Για το ποτάμι που ήταν εκεί όταν οι  αποτυχημένες  μας αναζητήσεις στον κόσμο έλαβαν διά παντός τέλος και πάλι με τον καφέ στο χέρι δίπλα του χτίζαμε την ζωή μας με τις ρίζες μας σαν πλατάνια. 
Για τα ποτάμια, που μία υπογραφή στεγνών διπόδων, θα σπάσει το φράγμα των ποταμών των ματιών μας. 


Νάτα τα πουλάκια μου!