Παραμύθι

|

Το τέλος είχε έρθει νωρίτερα αλλά ήμαστε πολύ μικροί για να καταλάβουμε την σοβαρότητα του αστείου που παιζόταν στις πλάτες μας. Κάθε τόσο διαβάζω ένα παραμύθι που το είπε κάποτε ο αδελφός μου ο Πλάτανος. Ακούστε το κι εσείς μέχρι να κλείσουν τα ματάκια σας όσο οι Εφιάλτες χορεύουν, πλησιάζοντας όλο και πιο κοντά στην πόρτα του χάρτινου καταφυγίου σας:

Φίλοι κι Φίλις γεια κι χαρά σας.
Όσο πλησιάζουν οι εκλογές τόσο στριφογυρνάει στο καζανοκέφαλό μου ένα παραμύθι κι γι’ αυτό θα σας το πω κι σας μήπως σας πάρει ο ύπνος ελαφρότερα κι γλυκοκοιμηθείτε μόλις νικήσει το κόμμα σας.
Μια φουρά κι έναν κιρό, πριν από πολλά χρόνια, σι ένα μικρομέγαλου χουριό ο κοσμάκις έδινι μάχη για την καθημερινή ιπιβίοση.. Λίγου τα χουράφια, λίγου το ξινοδούλι κι ου ιπιούσιους έβγινι να έρχουντι γίρα κι να μιγαλόνουν τα πιδιά. Ο πιρισότιρος κουσμάκις ήταν από τη μιριά των νικιμένων γιατί πριν κάμποσα χρόνια ίχι γίνει εμφύλιος πόλιμος. Η μιγαλίτιρη αγουνία ήταν για το κυνήγι των ανθρώπων νικητών στους ανθρώπους νικημένους παρά για το μιρουκάματου γιατί ένα γύρο στο ίδιο καζάνι τις φτώχιας έβραζαν νικητές κι νικημένοι.
Στην πείνα οι νικητές στην πείνα κι οι νικημένοι, στα χουράφια οι νικητές στα χουράφια κι οι νικημένοι. Βαριές ήταν οι καλιμέρις γιατί όλου κι κάποιος θα πέταγι την κουβέντα που θα τον έβαζαν να πεί οι κυβερνήτες των νικητών. Ο φόβος έκανι παρέα μι τους ανθρώπους στα καφινία κι οι κουβέντις ήταν χαμηλόφωνες πιο πολύ μι νοήματα. Απ την άλλη, δεν έβλιπις κι καμιά διαφορά στη ζουή του λαού των νικητών. Μι τα ίδια ντρίλινα παντιλόνια κάθονταν στις καρέκλις του καφινίου, γι’ αυτό κι τα καφινία δεν ξιχόριζαν νικητές κι νικημένους. Βλέπιτι η καρέκλα δεν έχει μυαλό να σκεφτεί ότι ο κώλος του νικητή είνι πιο μιρουδάτος από τον κώλο του νικημένου. Υπήρχε ένας σιβασμός στον αέρα κι σχιδόν ποτέ δεν προκαλούσι ο νικητής τον νικημένο αφού στο ίδιο καζάνι έβραζαν κι σι κάθι βήμα σκουντούφλαγε ο ένας απάνω στον άλλον στο μικρομέγαλο χωριό. Ακόμα κι κάποιοι που προκαλούσαν όταν για κάποια χρόνια είχι στρατιωτικό καθιστός είχαν λουφάξει κι δε μίλαγαν. Ξέριτι κάποιοι πραγματικοί κουκουλοφόροι (για τέτοιους μιλάμι), που όταν οι άλλοι πολιμούσαν τους Γιρμανούς αυτοί αλόνιζαν. Στην πιριοχί άμα ακούσεις όνομα που συνοδεύεται από το κουκούλας ξέρεις αμέσως το παριλθόν του ανθρώπου.

Έτσι κυλούσαν οι χρόνοι κι η μουναδική αγουνία των νικημένων ήταν για το μέλλον τον πιδιών τους ιπιδί κι για κατούρημα ήθιλαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.
Ικί ζούσι κι ένας πατέρας μι τρία πιδιά που βιοπάλιβι για να τα φέρει βόλτα κι να είνι αξιοπριπίς, γιατί ήταν από τη μιριά των νικημένων. Οι κουβέντις του λίγις κι η δουλειά σκληρή. Μπαρουτοκαπνισμένος μι χέρια από ατσάλι κι τους ώμους ελαφριά σκυφτούς από τις κακουχίις σι ένα πράμα δεν έκανι πίσου: Στο να μάθουν γράμματα τα πιδιά του. Δεν κράταγι κακία σι κανέναν, ακόμα κι στους νικητές, μόνο έλιγι ότι κάποια μέρα θα καταλάβουν κι θα μιτανιόσουν γιατί η δικιουσίνη ξικινάει απού την κοινουνία κι εκεί τιλιόνει. Οι ενδιάμισοι μπαίνουν μόνο για το δικό τους συμφέρον κι φτιάχνουν την κοινωνική δικαιοσύνη στα μέτρα τους.
Στη ζουί του δεν είχι πάρει κι πολλές χαρές γι’ αυτό κι το βλέμμα του ήταν πάντα μιλαγχολικό, όταν όμως χαίρονταν το έβλιπις στα μάτια του γιατί ήταν υγρά έτοιμα να κλάψουν. Έτσι ήταν εκείνες τις μέρες, χαρούμινος πολύ γιατί ήταν γιορτές κι ήρθαν τα δυο πιδιά του, ο μικρός κι ο μισέος, μι άδεια γιατί σπούδαζαν. Ήταν τόσο χαρούμινος που πήρει το μιγάλο γιο του παρέα στο καφινίο για πρώτη φορά. Κέρασει όλους τους ανθρώπους για τη χαρά του αλλά κι για το βάπτισμα του πυρός στο καφινίο του μιγάλου. Οι κουβέντις κι τα πειράγματα έπιρναν κι έδωναν μαζί μι τα συγχαρητήρια για τους φοιτητές. Η ώρα πιρνούσει ιφχάριστα για όλους αυτούς τους ταλιποριμένους ανθρώπους, γιατί σπάνια έβρισκαν ευκαιρίες να ξιδώσουν. Μίλαγαν δυνατά έκαναν πειράγματα μέχρι που πήραν κι τραγούδαγαν. Τότι κόπηκαν όλα μαχαίρι γιατί άνοιξε η πόρτα κι μπήκει μέσα ο Χριστοκουκούλας. Αμέσως μαζεύτηκαν κι άρχισαν πάλι να μιλάνε χαμηλόφωνα. Ο Χριστοκουκούλας έκατσει σι ένα τραπέζι κι απλώσει μπροστά του ένα χασαπόχαρτο. Βάρισι παλαμάκια επιδεικτικά για να παραγγείλει κι είπι: «Ακούστι όλοι. Είμι βάλτος από τον Ματζούνα να φτιάσω στην πιριοχή το τοπασοκ. Να έρχιστι ένας - ένας να γράφιστι ειδικά εισις οι αριστιροί».
Το χαμένο κορμί ειπιδί του είπαν να κάνει τοπική οργάνωση κι του έγραψαν στο χαρτί τα αρχικά Τ.Ο ΠΑΣΟΚ, νόμιζε ότι το κόμμα λέγιτι ΤΟΠΑΣΟΚ. Ένας- ένας άρχισαν να αραιώνουν από το καφενίο οι θαμώνες. Ο πατέρας φώναξι τον καφιτζή κι του είπι να κιράσει τον Χριστοκουκούλα για τις χαρές του. Ύστερα γύρισε προς τον γιο του κι ίπι : «Πάμι τώρα».
Στο σπίτι βρήκαν τη μάνα να κάνει ετοιμασίες για το τραπέζι όπου μιτά από κιρό θα κάθονταν όλη η οικογένια. Η στιγμή δεν άργησει να έρθει κι η χαρά από τα μάτια του είχι χαθεί. Παράξινο πράμα να έχει τα πιδιά του ένα γύρο κι αυτός να είνι λυπημένος. Σήκωσι το ποτήρι μι το κρασί κι είπι: «Άντι στην υγειά μας. Ακούστι κάτι σι σας τους μικρούς μιλάω. Θα τιλιόσιτι το πανιπιστίμιο χωρίς να χάσιτι ώρα. Αμέσως θα φύγιτι για το εξωτερικό για μιγαλίτιρις σπουδές. Θα γιρίσιτι να υπη ριτίσιτι την πατρίδα. Αμέσως μιτά θα φύγιτι να ζήσιτι έξου κι να κάνιτι οικογένεια εκεί. Η Ελλάδα τιλίουσει πια, παραδόθικι στα χέρια των Χριστοσακούλων. Όποιος φέρει αντίρρηση δεν είνι γιος μου. Ιγώ κι ο μιγάλος θα είμαστι δίπλα σας.»
Η σιωπή ήταν πολλή βαριά, μόνο το βουβό κλάμα τις μάνας την έσπαγει που κι που ιπιδί τότι δεν μπορούσι να καταλάβι πόσο ιυτιχισμένα θα ήταν τα πιδιά της μιτά από χρόνια.
Έτσι έζησαν τα δυο πιδιά καλά, πουλί καλά, κι οι άλλοι που έμειναν στο μικρουμέγαλου χουριό πήραν τον πούλο γιατί δεν πιρίμιναν να είνι τόσοι πολλοί μι τα χρόνια οι χριστοσακούλες. Το γέλιο όμους, επέστριψι σι μιρικούς στο μικρομέγαλο χουριό, γιατί το μόνο που δε μπορούν να τους κλέψουν οι Χριστοσακούλες είνε η ψυχή κι ο ιδρώτας.
Βέβια μιγάλο κομμάτι του ιδρώτα το πληρώνουν στους Χριστοσακούλες, αλλά τουλάχιστον έχουν καθαρή την ψυχή τους κι το κούτιλο ψηλά.

3 σχόλια:

staxti είπε...

Τα σέβη μου σε όλους σας.Δε μπορώ να σταματήσω να κλαίω.Α ρε Πλάτανε!Να είσαι καλά Οχιά!

Iptamenos Ollandos είπε...

Α ρε Πλάτανε. Και συ ρε Οχιά με τις αναμνήσεις σου. Μου λείπει και εμένα ο αδελφός σου.

ΟΧΙΑ είπε...

Στάχτη,
όταν αποχωρίζεσαι αδέλφια τα δάκρυα είναι αυτονόητα.

Iptamenos Ollandos,
ναι....λείπει!

Νάτα τα πουλάκια μου!