Ο τετράποδος Βούδας

|

Αφιερωμένη στο Φρίντριχ

Έχω ανάγκη να κάνω μια ανάρτηση βουτηγμένη στα λασπόνερα της κανονικότητας. Άλλωστε πρέπει να ήμουνα εννιά χρονών στ' αλήθεια. Η ατμόσφαιρα μοιάζει γιορτινή, έχουμε έρθει με τους γονείς μου στο χωριό και θυμάμαι να βρισκόμαστε σε ένα υπαίθριο γλέντι. Ο κόσμος πάει κι έρχεται, το λαμέ είναι στη μόδα, ένας τοπικός παράγοντας παίρνει το λόγο από το μικρόφωνο διακόπτοντας τη μουσική για να προαναγγείλει την έναρξη της λαχειοφόρου αγοράς. Εντωμεταξύ, η απόχρωση της ώχρας επικρατεί στο χώρο λες κι ενδιέφερε κανέναν.
- Διάλεξε αγόρι μου δύο χαρτάκια, θυμάμαι να λέει η μάνα μου. Σηκώθηκα όρθιος και με σπουδαιότητα μεγάλου άνδρα τράβηξα με δύναμη δύο λαχνούς, τους οποίους έβαλα αμέσως στη τσέπη μου, όσο πιο βαθιά μπορούσα. Η ώρα περνούσε, βαριόμουν, κι ύστερα θυμάμαι να τρέχω γύρω από έναν πλάτανο παρέα με ένα κορίτσι, σύντομα μαζεύονται κι άλλα παιδιά ώσπου ακούω απ' το μικρόφωνο: Ήρθε η ώρα της κλήρωσης!
- Σ' έπιασα!, μου φωνάζει το κορίτσι, αλλά δεν έδωσα σημασία. Έστεκα τώρα ακίνητος με τα μαγικά χαρτάκια στο χέρι, σίγουρος πως θα φύγω από το πανηγύρι αγκαλιά με το μεγάλο δώρο.
- Τρίτος νικητής ο αριθμός 293, ακούστηκε, ενώ τα πόδια μου άρχισαν να παγώνουν. Δε μπορεί τα μαθηματικά μου να κάνουν λάθος. Θεούλη μου, δύο-εννιά-τρία, είχα το λαχνό στα χέρια μου.
- Ο αριθμός 293 κερδίζει μια μασταροβύζα, συνέχισε ο εκφωνητής σε έντονο ύφος κι εγώ άρχισα να τρέχω προς το τραπέζι των γονιών μου ελπίζοντας πως η μασταροβύζα είναι ένα μεγάλο τηλεκατευθυνόμενο τρενάκι. Αμέσως μου εξήγησαν πως τελικά επρόκειτο για ένα πρόβατο, την εκλεκτή προβατίνα του βοσκού. Η μάνα μου έξαλλη να μη το θέλει, ο πατέρας μου να ξεκαρδίζετε με την ιδέα να έχουμε ένα πρόβατο στο κήπο παρέα με το σκύλο, κι εγώ να κρατώ απογοητευμένος με τις παλάμες μου τα μάγουλά μου. Την επόμενη μέρα αναχωρήσαμε χαιρετώντας τους συγγενείς, έχοντας τη προβατίνα στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου. Το μαρτύριο αρχίζει.

Σε όλη τη διαδρομή το ζωντανό ήταν ιδιαίτερα ήσυχο, κάτι που με προβλημάτιζε. Φτάνοντας σπίτι έτρεξα στο πορτ μπαγκάζ και καθώς το άνοιξα διαπιστώσα πως η προβατίνα δεν είχε πάθει ασφυξία. Έβγαλε μόνο ένα βέλασμα ανακούφισης καθώς με είδε και νομίζω πως της χαμογέλασα. Οι πρώτες μέρες στο κήπο του σπιτιού ήταν αναγνωριστικές. Ο βέλγικος λύκος δεν είχε διαθέσεις απειλητικές, γύρναγε συνεχώς γύρω από το μαλλιαρό πρόβατο, το έσπρωχνε με τη μουσούδα του, το μύριζε από όλες τις μπάντες. Νομίζω πως το είχε συμπαθήσει. Λίγες μέρες αργότερα ήμουν πεπεισμένος πως είχαν γίνει άσπονδοι φίλοι. Γάβγιζε ο σκύλος, βέλαζε το πρόβατο. Καβάλα ο σκύλος, καβάλα το πρόβατο. Αχώριστη ζωή. Ο λύκος είχε γαληνέψει και οι γείτονες συχνά μου έλεγαν πως ο σκύλος τα βράδια γάβγιζε σαν αρνί αλλά δεν έδινα σημασία. Το μόνο που ήθελα ήταν να σχολάω και να πηγαίνω για παιχνίδι με τα τετράποδα. Θυμάμαι ένα πρωινό Κυριακής που ξύπνησα και ο κήπος ήταν αδειανός, η πόρτα της αυλής μισόκλειστη. Όπως φαίνεται το είχαν σκάσει αποβραδίς. Ευτυχώς, ύστερα από αρκετές ώρες αναζήτησης εντοπίστηκαν στο κοντινό βουνό να κυνηγιούνται περιχαρείς κι ευτυχισμένοι σε ένα χορταριασμένο τοπίο. Από τότε άρχισα να τα βγάζω και βόλτα πότε-πότε. Όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι το πρωινό του Πάσχα.

Το πρόβατο σφάχτηκε ξημερώματα σκούζοντας. Ο κρεοπώλης έκανε τη δουλειά στα μουλωχτά, μπροστά στα έντρομα μάτια του σκυλιού που είχε δεθεί για τη περίσταση. Σόκ. Το βράδυ έγινε γλέντι με το κρέας του και οι γονείς μου είχαν την εκπληκτική ιδέα να πάνε τα κόκκαλα στο σκύλο. Φυσικά ούτε που τα άγγιξε. Έχεις δει σκυλί να χάνει τα φύλλα του; Από την ώρα της σφαγής ο βέλγικος λύκος μαράζωσε. Του πήγαινα νερό, του έβαζα φαγητό, αυτός δε σήκωνε ούτε τα μάτια. Αρνήθηκε να ζήσει, παραιτήθηκε από τις επιθυμίες του, ολοκληρωτικά. Επί μία βδομάδα, ορκίζομαι, πως βρισκότανε σε παγωμένη κουλουριαστή θέση, και σε αυτή ακριβώς τη θέση πέθανε από ένα αλλόκοτο πείσμα θανάτου. Οι γιατροί μιλούσαν για αδιάγνωστο αίτιο και μαλακίες. Οι γονείς μου περίλυποι, εγώ πεισιθανάτιος και σίγουρος πια πως μεγαλώνω σε μια κοινωνία για πάντα τρομαγμένη όσο θα συνεχίζει να ζει έξω από τον μάρσιπό της.

Κι αυτή ήταν η βουκολική μου ιστορία αν και ένα πράγμα με στεναχωρεί, τώρα, περισσότερο από τα άλλα: πως δε θυμάμαι το όνομα του σκύλου μου, ίσως εσκεμμένα αρνούμαι να το θυμηθώ διότι θα προτιμούσα να τον φώναζα Βούδα, μακάρι τότε να τον φώναζα Βούδα.


(Κλεμμένο από το πρτφ )

15 σχόλια:

ελιτσα είπε...

Γιατί ρε! γιατί;
Γιατί πρωϊ-πρωϊ; γμτ μου..

takis tyrtaios είπε...

Έχεις βαλθεί να μας διαλύσεις?
Μας βλέπω για φακές τα Χριστούγεννα..

ΟΧΙΑ είπε...

Ελίτσα,
γιατί το Πρτφ δεν έχει πρωινά και βράδια. Αυτός ο blogger τελικά το'χει.

Τάκη,
καλό είναι να αρχίσετε να κόβετε σιγά-σιγά την τροφή του κρέατος. Πιστέψτε με θα δείτε τον κόσμο αλλιώς.
Το κείμενο είναι του πρτφ. Και το ζήλεψα.

ΛΕΩΝ είπε...

Για κάτι τέτοια κείμενα, αξίζει να γίνει κανείς "κλέφτης"!
Αν είχα χρόνο θα σας έβαζα συνταγές για χριστουγεννιάτικο μενού χωρίς πτώματα και χωρίς...τύψεις! Αλλά....!
Καλημέρες ΟΧΙΑ!

ΦΟΡΑΔΑ ΣΤ΄ ΑΛΩΝΙ είπε...

Μη μου αγριεύεις τον σκύλο ρε γαμώτο και είναι και τσομπανόσκυλο.

staxti είπε...

Κάποτε ένα κοριτσάκι μεγάλωνε ένα κατσικάκι.Η μάνα του είχε γεννήσει τρία οπότε το κοριτσάκι μεγάλωνε το ένα κατσικάκι με μπιμπερό γιατί δεν έφτανε το γάλα να θρέψει και τα τρία.
Ο κοκκινούλης λοιπόν(έτσι τον είχε βαπτίσει το κοριτσάκι)έκανε σα τρελό μόλις έβλεπε τη φίλη του.Πέρασαν οι μήνες και το κοριτσάκι ανάγκαζε τους γονείς του να πηγαίνουν πιο συχνά στο χωριό για να βλέπει το κατσικάκι.
Το Πάσχα λοιπόν φώναξαν τον δήμιο του χωριού και μπροστά στο κοριτσάκι μιας και έλειπαν οι υπόλοιποι από το σπίτι έσφαζε αργά τον κοκκινούλη και γελούσε.
Το τι έγινε μετά είναι μεγάλη ιστορία.
Οχιά και πρτφ ................

tiktos είπε...

Ρόδα είναι και γυρίζει.
Το ανθρώπινο είδος έχει ξεφύγει.
Ότι πάθουμε λίγο θα είναι και θα το φχαριστηθώ.

ένα ζώο

Ανώνυμος είπε...

ομολογώ πως τα σχόλια της συγκεκριμένης ανάρτησης είναι πιο τρυφερά από το δικό μου, οχιά αλλάζουμε αναγνώστες;)
κι όσο για το 'κλεμμένο' κείμενο τα παραλές, ας μιλήσουμε καλύτερα για έναν φιλικό δανεισμό,
τα λμ

πρτφ

ΟΧΙΑ είπε...

Λέων,
ω ναι. Είμαι κλέφτης και μ'αρέσει.
Ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με την τροφή του. Έχω φάει ίσα με 300 κοπάδια πρόβατα, 200 κοπάδια κατσίκια,αμέτρητα μοσχάρια, γουρούνια δεν το συζητώ τα εξόντωσα, κυνήγια, πάπιες και ό,τι κινούνταν. Την κόλαση δεν την γλυτώνω, αλλά ζω τουλάχιστον εν ζωή τον παράδεισο.

Φοράδα,
αμόλα τον.

Στάχτη,
ήμουν παρούσα σε τέτοιες καταστάσεις. Έχω γδάρει κατσίκι, έχω σουβλίσει 10δες από αυτά. Μέχρι που μία στιγμή είδα καθώς σούβλιζα κάτι στα μάτια του πρώην ζωντανού. Να μην το νιώσει άνθρωπος αυτό που ένιωσα εκείνη την στιγμή. Κατάλαβα ό,τι κτήνος γίνεσαι από την στιγμή που θεωρείς δεδομένο τον θάνατο του οποιουδήποτε. Δεν άντεχα να είμαι πλέον κτήνος.

tiktos,
έμεις μάλλον έχουμε κοινό παρελθόν σε κτηνωδίες γιατί κι εγώ συμφωνώ ότι ό,τι πάθουμε λίγο θα είναι μπροστά σε ό,τι κάναμε.

Πρτφ,
είμαι αναγνώστριά σου καιρό. Απλά σήμερα έκανες λογοτεχνία. Από τον πιτσιρικά που τράβηξε τον κλήρο για μια ζωή, εν αγνοία του, μέχρι τον πιτσιρικά που καταλάβαινε ό,τι ο θάνατος είναι κοινός για τους συντρόφους.
Τους σχολιαστές-φίλους δεν τους αλλάζω. Καλοί είναι και οι δικοί σου αλλά οι δικοί μου είναι Δικοί μου.

Φώντας είπε...

Όπως έγραψα και του συγγραφέα είναι εκπληκτικόν.
Μη μου κουράζεστε τα "ζώα" εμφανίζονται πάραυτα.

ΟΧΙΑ είπε...

Φώντα,
Μη μου κουράζεστε τα "ζώα" ή
Μη μου κουράζεστε, τα "ζώα".
Για να ξέρω αν υπονοείς κάτι για το φιδίσιο μου κορμί και το φλογερό μου χαμόγελο.

Φώντας είπε...

Ενα κόμ(μ)α μπορεί να σου γ*9-$#@^%!1ι τα πάντα.
Όπως Ελλάντα να πούμε.

ΟΧΙΑ είπε...

Είδες το ελληνικό μου; Όλα τα πιάνω. Τσάμπα σπουδάζω στην Ακαδημία Φώντα;

Μια φορα κι εναν τρελο... είπε...

Η ιστορία "το πρόβατο και το Πάσχα" (με παραλλαγή αυτή του δεκαπενταύγουστου) ανήκουν στα αθεράπευτα παιδικά μου τραύματα...
Είναι πολλές οι φορές που κόντεψα να πάθω ότι κι ο σκύλος.

ΟΧΙΑ είπε...

Μια φορά κι έναν τρελό,
είμαστε πολύ εγωκεντρικοί οι άνθρωποι για να πάθουμε ότι και ο Βούδας. Στο συναίσθημα είμαστε κατώτερα όντα.

Νάτα τα πουλάκια μου!